Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2009

Ο φωτογράφος Β. Ταντής, που ξόδιασε απερίσκεπτα την περιουσία του για μια λυπητερή εικόνα του χρόνου στα βλέμματα και τον ουρανό.




Αόριστες μορφές απελπισίας και νωχέλειας
με αθόρυβες βαδίζοντας σόλες στη Σαλαμάνκα.

Η μάνα με εσωτερική αινιγματικότητα μνέει στον κύκλο του πεπρωμένου της
ένα χρυσό διαισθάνεται τσουρέκι στον ουρανό,
ενώ το αγόρι
με μικρές προϋποθέσεις μελαγχολίας
αδημονεί
την ομορφιά των πνευστών,
ένα χάλκινο όργανο
πάρεξ την πείνα του

Θέλει να φυσήξει επειγόντως την ψυχή του.

Επειδή ο ανιών ουρανός
που αιχμαλωτίζεται στις πολυκατοικίες
και η πίκρα του ψύχους
δεν είναι οι καλύτεροι φίλοι
του απογεύματος.

Αποστόλης Ζώτος

Σάββατο, 21 Φεβρουαρίου 2009

Βαγγέλης Ταντής - Ανώνυμη3





Φλεβάρης 2009

Μίλτος Σαχτούρης - Ο νεκρός της ζωής μας Ιωάννης Βενιαμίν δ' Αρκόζι


Στον Νίκο Εγγονόπουλο

Ο Ιωάννης Βενιαμίν δ' Αρκόζι που πέθανε-
"εν ζωή"- και αναστήθηκε μόλις νυχτώνει
κάθε βράδυ σφάζει τα κοπάδια του -γίδια βόδια και
πρόβατα πολλά- πνίγει όλα τα πουλιά του αδειάζει
τα ποτάμια του και πάνω στον κατάμαυρο σταυρό
που 'χει στημένο καταμεσής στο δωμάτιό του
σταυρώνει την αγαπημένη του. Ύστερα κάθεται μπρος
στ' ανοιχτό παράθυρο καπνίζοντας την πίπα του
φτωχός και δακρυσμένος και σκέφτεται να 'χε
κι αυτός κοπάδια βόδια γίδια και πρόβατα πολλά
να 'χε ποτάμια με γρήγορα ολοκάθαρα νερά
να θαύμαζε κι αυτός το φτερούγισμα των πουλιών
να χαίρονταν κι αυτός τη ζεστή ανάσα της γυναίκας



Απόστολος Ζώτος, Collage 2009





Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου 2009

Ε.Χ. Γονατάς - Η ουλή


Η πληγεί θρέφει, τα χείλια της σμίγουν αργά σαν
αυλαία βυσσινιά κι ύστερα από χρόνους στη θέση
της μένει ένα σημάδι, μια ρόδινη ουλή που σκύβει
και τη φιλάει.

Όλοι αγαπούν τα τραύματά τους. Τα κρύβουν
με ωραία ατσαλάκωτα υφάσματα, ξέρουν όμως σε
ποια μεριά του κορμιού τους άνθισαν, μαράθηκαν,
έφαγαν δέρμα και κρέας δικό τους.

Γι' αυτό τ' αγαπούν και, σε ώρες μοναξιάς που
κανείς δεν τους βλέπει, σκύβουν και με λατρεία τα
φιλούν τα βαθιά, σκοτεινά τραύματά τους.

Η Κρύπτη, εκδόσεις στιγμή, 1991

Απόστολος Ζώτος - Ωδή σε νυφική κασέλα











Και πρόσεξε μην την παραγγείλεις
στην Πόλη
και τη Βενετιά
στις γέφυρες τις σκοτεινές του
Δουνάβεως
μακριά στο Βουκουρέστι

-και ας ωρύεται ο Τσέλαν-

πάρεξ σε Χιονιαδίτη μάστορα
με τη σελήνη στο σελάχι
και μουγγές νύχτες του Γράμμου
ένοχα με ιώδιο και κοντύλι χρυσό
ιστορημένες στο στήθος του.

Τι ωραία
τη χαρά να δώσεις στου ξύλου
την ευλάβεια
ώχρα προπατορική
εγκαυστικό κόκκινο
ζάμπλουτο μπλε Σαρανταπόρου
που θέλησε ο καιρός
το φως άστρου
που με τον εναέριο χάθηκε νόστο
χελιδόνας.

Αρώματα απ' το Ισπαχάν να κρύβεις
μέσα
την ασημί κατάνυξη του καθρέφτη
χτένι νεόνυμφο ποικιλίες ρόδων
μετάξια από την άνοιξη του
κορμιού σου.



Ύστερα ξαφνικό βοριά να φυλάξεις
μιαν εξαίρετη λήθη
έρωτα με ίλιγγο κοιτάσματα πένθους
ευώδεις κεραυνούς της ανοίξεως

βαθιά να αφουγκράζεσαι
γιλέκο πρώτου εραστή
τη δόλια πίκρα της πεθεράς σου
χρυσοποίκιλτη γραφή από τα Γιάννενα

Ερινύες

Και πες του να μην ξεχάσει στην
όψη
νερά κρυστάλλινα
δροσάτα τσαμπιά
σπαρτά
νεοσύλλεκτες φρέζιες
κουτσουπιές ροζ ανθύλια
κύλικες,
λελέκια,
ατελείς γραμμές,
πουλιά διαβατάρικα
αγκάθια
βηματισμούς αλόγων
αιμάτινη βροχή,
ανεμοζάλη,
θάνατον

κομήτες μιαν ανοιξιάτικη νύχτα.


6-14 Μάη 2002



Απόστολος Ζώτος - Σχόλιον


Βαγγέλης και Παναγιώτης Ταντής
Καπετάν Λιόλιου, Μπαρμπούτα, Βέροια


Ήθελαν
όμως να γνωρίσουν κάποτε
την εμβρίθεια της φωνής
του Τζιμ Μόρισον
και την εχέμυθη βραχνάδα
του Μάρκου Βαμβακάρη

ένα μυστικό studio στη
Γρανάδα ή και στη Βέροια ακόμη

μια μυστική να γράψουν ωδή

για το περιούσιο σκοτάδι των
γυναικών

την αιματώδη μελαγχολία

τη σαπισμένη καρδιά ενός αγγέλου.



Βαγγέλης Ταντής - Ανώνυμη2


Απόστολος Ζώτος - Κύθνος 1987


Βαγγέλης Ταντής - Πωλείται προστασία

Ποιός είναι που κρατάει τις κλωστές
τις δεμένες στην άκρη των νεφών και φέρνει
την βροχή αυτή
που ξεβάφει ανελέητα τα χρώματα από τα παλιά μου παιχνίδια;

Εγώ δεν ξανακαβαλάω αυτό το μουντό ποδήλατο.

2006

Σύγκρουση - Βαγγέλης Ταντής


Όλα εντός σου άναρχα
Πλην στην όχθη που καθόσουν, γαλήνη, καθώς
η λίμνη άλλαζε ύψος αρμονικά
από σημείο σε σημείο
να βολευτεί πασχίζοντας

κάτω από των διερχομένων πουλιών
την κοιλιά

2006

Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου 2009

Κ.Γ. Καρυωτάκης - Η πεδιάς και το νεκροταφείον



(Πίναξ ημιτελής)


Έχει πια δύσει ο ήλιος του χειμώνα,
και γρήγορα, σα θέατρο, σκοτεινιάζει,
ή σα να πέφτη πέπλο σε μια εικόνα.
Άλλο δε βρίσκει ο άνεμος, ταράζει
μόνο ταγκάθια στην πεδιάδα όλη,
μόνο κάποιο χαρτί σ' όλη τη φύση.
Μα το χαριτωμένο περιβόλι
αίμα και δάκρυα τόχουνε ποτίσει.
Αδιάκοπα τα δέντρα ξεκινούνε,
κ' οι πέτρινοι σταυροί σκίζουν σα χέρια
τον ουρανό που σύννεφα περνούνε,
τον ουρανό που είναι χωρίς αστέρια.

(Ωραίο, φριχτό και απέρριτο τοπείον!
Ελαιογραφία μεγάλου διδασκάλου.
Αλλά του λείπει μια σειρά ερειπίων
κ' η επίσημος αγχόνη του Παγκάλου).

Ελεγεία και Σάτυρες

Βαγγέλης Ταντής - Ανώνυμη1




27th Biennial of Monochrome Photos, Hungary, Budapest 2004

Γιώργος Β. Μακρής - Εμείς οι λίγοι



Είμαστε εμείς οι ονειροπαρμνένοι τρελλοί της γης
με τη φλογισμένη καρδιά και τα έξαλλα μάτια.
Είμαστε οι αλύτρωτοι στοχαστές και οι τραγικοί ερωτευμένοι.
Χίλιοι ήλιοι κυλούνε μες στο αίμα μας
κι ολούθε μας κυνηγά το όραμα του απείρου.
Η φόρμα δεν μπορεί να μας δαμάσει.
εμείς ερωτευτήκαμε την ουσία του είναι μας
και σ' όλους μας τους έρωτες αυτήν αγαπούμε.
Είμαστε οι μεγάλοι ενθουσιασμένοι και κι οι μεγάλοι αρνητές.
Κλείνουμε μέσα μας τον κόσμο όλο και δεν είμαστε τίποτα απ'
αυτόν τιν κόσμο
Οι μέρες μας είναι μια πυρκαγιά κι οι νύχτες μας ένα πέλαγο.
Γύρω μας αντηχεί το γέλιο των ανθρώπων.

Είμαστε οι προάγγελοι του χάους.


1950
Χειρ Γεωργίου Μακρή
Πνεύμα Λένα

Γραπτά, Βιβλιοπωλείον της "Εστίας"

Νίκος Εγγονόπουλος - Ο Εραστής



Μιλούσε μιαν άλλη γλώσσα, την ιδιάζουσα διάλεκτο μιας
λησμονημένης, τώρα πλέον, πόλεως, της οποίας και είτανε,
άλλωστε, ο μόνος νοσταλγός.


ΕΝ ΑΝΘΗΡΩ ΕΛΛΗΝΙ ΛΟΓΩ, Ικαρος, 1957

Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου 2009

Απόστολος Ζώτος - Χώρική πριγκήπισσα πράσινης νύχτας



Στις αδιακόρευτες Ελληνίδες

Απόστολος Ζώτος - Ωδή στις ωραίες έμμονες ιδέες



Αγάπησα με πάθος τους υπερρελιαστές και
τις ωραίες έμμονες ιδέες τους
γενναίους της ζωής εραστές
με το τυφέκιον της ουτοπίας υπο μάλης
-και τα βουνά του Γράμμου κάτι γνωρίζουν-
και τα ακοίταχτα μάτια του Οιδίποδα
πνιγμένα -τί οδύνη- στο αίμα.

Και ένιωσα, όσο τουλάχιστον μπόρεσα
-μάρτυς μου οι σωροί των δύσβατων λευκών χαρτιών-
συμπόνια και ευσπλαχνία
δια τους επαίτες των λεπτών αισθημάτων
αυτούς τους λύκους της σαρκοβόρου λύπης
με τα κροκοδείλια δάκρυα, επιδερμικούς
τιμωρούς των λέξεων που δεν εσπάραξαν
ποτέ στα φυλλοκάρδια για τον έρωτα
τα μάγια και του βίου τα βάσανα
το χρώμα του δύοντος ηλίου την ώρα
που η ψυχή αποτραβιέται στο ύψωμα
με τα κυπαρίσσια και των μνημάτων τα ευγενικά λιθάρια
και ν' αρμοστεί παλεύει με λέξεις παρθένες
πένθιμα και κατακόρυφα.
18.7.1994
Αμύθητα χέρια, εκδόσεις στιγμή, 1999